Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Ποιος εξαπάτησε ποιον; ΟΛΗ η αλήθεια για το τι έγινε και ΤΙ δεν έγινε το καλοκαίρι εκείνο!!

Το καλοκαίρι του 1973 η Αθήνα «έβραζε» όχι μόνο από την παραδοσιακή ζέστη αλλά και από τις εσωτερικές διενέξεις της ηγετικής ομάδας της χούντας. Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος είχε τις δικές του ιδέες για την εξέλιξη του καθεστώτος ενώ οι σκληροπυρηνικοί με επικεφαλής τον Δ. Ιωαννίδη εμφανίζονταν ενοχλημένοι με τον τρόπο που διοικούσε τη χώρα.
Οι σταθμάρχες, οι υποσταθμάρχες, οι πράκτορες, οι δικτάτορες, οι μηχανορραφίες και οι μυστικές εκθέσεις τους για εκείνο το φοβερό καλοκαίρι.
Τριάντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από το δραματικό εκείνο καλοκαίρι του 1974 που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης μας αφήνουν χρόνο με τον χρόνο, αφήνοντας πίσω τους γρίφους και ερωτήματα που χρειάζεται να απαντηθούν για να κλείσει και αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας μας. Κρίσιμα έγγραφα συσσωρεύουν σκόνη σε κάποια δωμάτια της ελληνικής Βουλής όπου φυλάσσεται ο περιώνυμος «φάκελος της Κύπρου», στα αρχεία της CIA και της Αγκυρας. Βασικοί πρωταγωνιστές, όπως ο Δημήτρης Ιωαννίδης, ο Χένρι Κίσινγκερ και ο Πέτρος Αραπάκης, κρατούν πάντα το στόμα τους κλειστό. Ενα ζήτημα-κλειδί που συνεχίζει να απασχολεί τους ιστορικούς είναι αν ο ταξίαρχος Ιωαννίδης έλαβε το «πράσινο φως» από τους Αμερικανούς για να προχωρήσει στο πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974. Συναφές επίσης το ερώτημα κατά πόσον μαζί με το αμερικανικό οκέι ο Δ. Ιωαννίδης είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους Αμερικανούς ότι η Τουρκία δεν θα επέμβει σε περίπτωση ανατροπής του Μακαρίου.


Το καλοκαίρι του 1973 η Αθήνα «έβραζε» όχι μόνο από την παραδοσιακή ζέστη αλλά και από τις εσωτερικές διενέξεις της ηγετικής ομάδας της χούντας. Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος είχε τις δικές του ιδέες για την εξέλιξη του καθεστώτος ενώ οι σκληροπυρηνικοί με επικεφαλής τον Δ. Ιωαννίδη εμφανίζονταν ενοχλημένοι με τον τρόπο που διοικούσε τη χώρα.

Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς ένας νέος υποσταθμάρχης της CIA έφτασε στην Αθήνα από τη Λευκωσία. Ο κ. Ρον Εστες ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια της αμερικανικής υπηρεσίας, άριστος γνώστης των ελληνικών πραγμάτων και της γλώσσας. Είχε ήδη υπηρετήσει δύο φορές στην Κύπρο, την τελευταία φορά υπό τον Ρίτσαρντ Γουέλς (το πρώτο θύμα της οργάνωσης «17 Νοέμβρη»).

Ο ψηλός, ξανθός κ. Εστες ήλθε στην Ελλάδα για να αντικαταστήσει έναν άλλο βετεράνο της CIA. Ο Ελληνοαμερικανός κ. Πίτερ Κορομηλάς είχε υπηρετήσει πολλά χρόνια στην Ελλάδα και είχε συμμετάσχει σε ευαίσθητες μυστικές αποστολές. Οι σχέσεις του με τον Παπαδόπουλο, τον Λαδά και ορισμένους άλλους πρωτεργάτες της δικτατορίας τον είχαν βοηθήσει στη γρήγορη άνοδό του στην ιεραρχία.

Μία από τις πρώτες γνωριμίες του νέου Νο 2 της CIA στην Αθήνα ήταν ο ταξίαρχος Ιωαννίδης. Ο κ. Κορομηλάς τον κάλεσε στα γραφεία του σταθμού στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού στην οδό Βουκουρεστίου για να γνωρίσει τον διάδοχό του. Ο κ. Εστες εντυπωσιάσθηκε από την οικειότητα στη σχέση των δύο ανδρών, οι οποίοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Ο Δ. Ιωαννίδης διατηρούσε στενές σχέσεις με τη CIA πριν ακόμη από το πραξικόπημα του 1967. Οι απόρρητες εκθέσεις της υπηρεσίας τον εμφανίζουν στη συνέχεια, κυρίως μετά το 1970, ως τον «ισχυρό αλλά και απρόβλεπτο άνδρα της χούντας». Οι αμερικανοί πράκτορες καλλιεργούσαν την επαφή μαζί του για να συλλέγουν πληροφορίες γύρω από τις εσωτερικές αντιθέσεις της χούντας και για να βεβαιωθούν ότι τα είχαν καλά με όλες τις ομάδες της.

Ο Δ. Ιωαννίδης κολακευόταν πολλές φορές από τη σημασία που του έδιναν οι αμερικανοί πράκτορες. Ο ταξίαρχος ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό, εκτός από την Κύπρο, με περιορισμένο ορίζοντα και κατανόηση του τι συνέβαινε στον υπόλοιπο κόσμο. Οι συνομιλητές του γνώριζαν ότι, εκτός από έναν έντονο μεγαλοϊδεατισμό, μία από τις έμμονες ιδέες που είχε ήταν η αντροπή του Μακαρίου.


Χούντα εναντίον χούντας

Πολλά έχουν γραφεί για το παρασκήνιο της ανατροπής του Γ. Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη στις 25 Νοεμβρίου 1973. Μια δημοφιλής θεωρία θέλει τον Παπαδόπουλο να αρνείται να παράσχει στο αμερικανικό Πεντάγωνο διευκολύνσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή τον προηγούμενο Οκτώβριο.

Από τα αμερικανικά αρχεία δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως ο τότε πρωθυπουργός Σπύρος Μαρκεζίνης εμφανίζεται να αγνοεί τους χειρισμούς του Παπαδόπουλου, ο οποίος έδωσε στην Ουάσιγκτον πλειάδα διευκολύνσεων, άδεια υπερπτήσεων για τα αμερικανικά αεροσκάφη, χρήση της Σούδας κ.ά., όπως προκύπτει από ακρόαση της αρμόδιας Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Βουλής τον Φεβρουάριο του 1974.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξακριβωθεί αν και κατά πόσον η CIA ώθησε τον Ιωαννίδη στην ανατροπή του Παπαδόπουλου. Οι εκθέσεις της μυστικής υπηρεσίας αλλά και της πρεσβείας στην Αθήνα δίνουν την εντύπωση ότι προτιμούσαν να συναλλάσσονται με τον Παπαδόπουλο, τον οποίο θεωρούσαν πλέον πιο ώριμο συνομιλητή. Αντιθέτως ο κ. Ιωαννίδης σκιαγραφείται από τους αμερικανούς αναλυτές ως ακραίος και απρόβλεπτος.

Ο αρχηγός της ΕΣΑ γνώριζε όμως ότι οι καλές προσωπικές σχέσεις του με τη CIA θα ανέτρεπαν γρήγορα κάθε αμφιβολία για τις προθέσεις του. Το πρωί της 25ης Νοεμβρίου ο σταθμάρχης της CIA Στέισι Χολτζ και ο αναπληρωτής του έτρωγαν το καθιερωμένο κυριακάτικο πρωινό τους στο ξενοδοχείο «Κινγκ Πάλας» στην οδό Πανεπιστημίου. Οταν αντελήφθησαν ότι στρατιωτικές μονάδες είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν το κέντρο της πόλης πήγαν στην πρεσβεία όπου άρχισαν να συλλέγουν πληροφορίες για το ποιος ήταν ο νέος ισχυρός άνδρας.

Ο πρέσβης Χένρι Τάσκα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος από την ανάλυση των συνεργατών του. Θεωρούσε ότι είχε πολύ καλή σχέση με τον Παπαδόπουλο και ότι η κατάσταση στην Ελλάδα έμπαινε χάρη στις δικές του παρεμβάσεις στον δρόμο της πολιτικής ομαλότητας. Τα τηλεγραφήματα του Τάσκα το φθινόπωρο του 1973 έδιναν μια πραγματικά ανθηρή εικόνα για τις εσωτερικές εξελίξεις.

Ο Τάσκα άφησε την πρωτοβουλία για επαφές με τον κ. Ιωαννίδη στο κλιμάκιο της CIA και προτίμησε να συναλλάσσεται με τον επίσημο πρωθυπουργό, τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο. Ηταν μία απόφαση που αποδείχθηκε μοιραία στη συνέχεια για τον ίδιο. Ο πρέσβης είχε μάλιστα ενοχληθεί σφόδρα όταν σε ένα πάρτι του σταθμάρχη της CIA εμφανίσθηκε και ο Ιωαννίδης. Ο Τάσκα αποχώρησε επιδεικτικά προκαλώντας τα γέλια των υπαλλήλων της μυστικής υπηρεσίας που δεν είχαν κανένα πρόβλημα με τη μονοπώληση των επαφών με τον νέο δικτάτορα.


Η αρχή της κρίσης

Την άνοιξη του 1974 υπεύθυνος του κυπριακού desk στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν ο Τομ Μπόγιατ. Ανθρωπος νευρικός, αποφασιστικός, είχε τη φήμη ικανού διπλωμάτη με έμμονες ιδέες.

Τον Μάρτιο ο κύπριος πρέσβης στην Ουάσιγκτον και στενός συνεργάτης του Μακαρίου Νίκος Δημητρίου επισκέφθηκε τον αρμόδιο υφυπουργό Ρότζερ Ντέιβις και τον κ. Μπόγιατ και εξέφρασε την ανησυχία του για το ενδεχόμενο ανατροπής του Αρχιεπισκόπου από τη χούντα των Αθηνών. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν πληροφορίες για πραξικόπημα ή απόπειρα δολοφονίας εναντίον του κύπριου ηγέτη. Σε δύο περιπτώσεις η παρέμβαση της Ουάσιγκτον στον Γ. Παπαδόπουλο είχε αποτρέψει ανάλογες ενέργειες.

Ο κ. Μπόγιατ θεωρούσε ότι αυτή τη φορά οι πληροφορίες ήταν ανησυχητικές λόγω της προσωπικότητας και των απόψεων του Ιωαννίδη. Στα μέσα Μαΐου η CIA έστελνε τακτικά πληροφορίες για τη δράση της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β' εναντίον της κυπριακής κυβέρνησης. Ο αμερικανός διπλωμάτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η ΕΟΚΑ Β' δεν θα λειτουργούσε τόσο ανοιχτά και προκλητικά, εκτός αν είχε την υποστήριξη των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών».

Ο κ. Μπόγιατ συνέταξε ένα σχέδιο τηλεγραφήματος προς την πρεσβεία στην Αθήνα, το οποίο ζητούσε από τον Τάσκα να επισκεφθεί τον Ιωαννίδη και να του ζητήσει να εγκαταλείψει τα σχέδια ανατροπής του Μακαρίου ώστε να μη διαταραχθεί το στάτους κβο στην Κύπρο. Ο νεαρός τότε διπλωμάτης είχε όμως δύο σοβαρά εμπόδια να αντιμετωπίσει: την αντιπάθεια του υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ για τον Αρχιεπίσκοπο και την αδιαφορία της ηγεσίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το οποίο ήταν απορροφημένο από τη Μέση Ανατολή και το Βιετνάμ. Οι οδηγίες προς τον Τάσκα δεν στάλθηκαν παρά μόνο αργότερα, όταν η κρίση στις σχέσεις Μακαρίου - Ιωαννίδη είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο.


Οι πρώτες ενδείξεις για τη θύελλα

Στις 7 Ιουνίου η CIA έστειλε στην Ουάσιγκτον δύο ξεχωριστές εκθέσεις σχετικά με την Κύπρο. Η πρώτη ήταν ένα δελτίο ενημέρωσης (National Intelligence Bulletin), το οποίο προειδοποιούσε τα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης Νίξον ότι «ο Μακάριος σχεδιάζει να πιέσει για την απομάκρυνση της ελληνικής Εθνοφρουράς από την Κύπρο». Οι αμερικανοί αναλυτές γνώριζαν ότι η κίνηση αυτή του Αρχιεπισκόπου θα αποτελούσε τη σταγόνα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, ένα πραγματικό casus belli για την Αθήνα.

Την ίδια όμως ημέρα ήλθε να προστεθεί μία ακόμη έκθεση, την οποία η CIA συμπεριέλαβε στο άκρως απόρρητο ενημερωτικό δελτίο που κυκλοφορεί κάθε πρωί στον Λευκό Οίκο, το National Intelligence Daily. Η έκθεση ήταν βασισμένη σε μια συνομιλία του Ιωαννίδη με τους κκ. Εστες και Αβρακώτο και ανέφερε: «Ο Ιωαννίδης εξετάζει σοβαρά την ανατροπή του Μακαρίου... Ο Ιωαννίδης ισχυρίσθηκε ότι η Ελλάδα μπορεί να ανατρέψει τον Μακάριο μέσα σε 24 ώρες. Οι Τούρκοι θα συμφωνήσουν σιωπηλά στην απομάκρυνσή του... Ο Ιωαννίδης πρόσθεσε πως μπορεί να εξουδετερώσει τον Μακάριο μια και καλή ώστε να λύσει το Κυπριακό η Ελλάδα απευθείας με την Τουρκία».

Οι δύο αυτές εκθέσεις προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον και ο κ. Μπόγιατ ζήτησε για άλλη μία φορά να σταλεί απευθείας στον κ. Ιωαννίδη το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ ήταν αντίθετες στη διατάραξη του στάτους κβο στην Κύπρο.

Ο Τάσκα έλαβε εν τέλει τις σχετικές οδηγίες από την Ουάσιγκτον αλλά όταν επιχείρησε να κλείσει ένα ραντεβού με τον δικτάτορα, αυτό δεν στάθηκε δυνατό. Ο πρέσβης απέφυγε να διευκρινίσει κατά πόσον επέδωσε το μήνυμα και ισχυρίσθηκε ότι προτιμούσε να συνομιλεί με τον πρωθυπουργό κ. Ανδρουτσόπουλο.

Η CIA συνέχισε όμως τις δικές της επαφές με τον Δ. Ιωαννίδη. Στις 20 Ιουνίου ο δικτάτορας συναντήθηκε πάλι με τους συνδέσμους του στην αμερικανική υπηρεσία. Αυτή τη φορά η συζήτηση πήρε άσχημη τροπή. Ο Ιωαννίδης υποστήριξε ότι «η συμπεριφορά του Μακαρίου άφηνε ελάχιστα περιθώρια στην Αθήνα», υπονοώντας σαφώς ότι θα προχωρούσε στο πραξικόπημα. Ο υποσταθμάρχης κ. Εστες του ανέπτυξε την άποψη ότι σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να συνυπολογίσει τον κίνδυνο τουρκικής εισβολής. Στο σημείο αυτό ο Ιωαννίδης εκνευρίστηκε, κλώτσησε το τραπέζι με τον καφέ και τα νερά που βρίσκονταν μπροστά του, και απάντησε ότι οι Τούρκοι δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να εισβάλουν και ότι, αν τολμούσαν να το κάνουν, ο ελληνικός στρατός θα εισέβαλε στην Α. Θράκη.
Ο θερμός μήνας Ιούλιος

Το βέβαιο είναι ότι ως εκείνο το σημείο ο Δ. Ιωαννίδης δεν είχε πάρει ποτέ ένα «κόκκινο φως» από την Ουάσιγκτον για το πραξικόπημα, παρά το γεγονός ότι σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις είχε αποκαλύψει τις προθέσεις του σε αμερικανούς συνομιλητές του. Η συνομιλία με τον κ. Εστες δεν μπορεί να εκληφθεί ως «κόκκινο φως», διότι επρόκειτο ουσιαστικά για φιλική κουβέντα. Αγνωστο ακόμη παραμένει το αν τις κρίσιμες εκείνες ημέρες ο Δ. Ιωαννίδης είχε άλλες προσωπικές συζητήσεις με παλιούς του γνώριμους από τη CIA, όπως ο κ. Αβρακώτος ή ο κ. Κορομηλάς που βρισκόταν μεν στο Κάιρο αλλά συνήθιζε να επισκέπτεται την Αθήνα.

Στις αρχές Ιουλίου οι φήμες για το επικείμενο πραξικόπημα δεν συμπεριλαμβάνονταν μόνο στα εμπιστευτικά δελτία των μυστικών υπηρεσιών, ακόμη και κυπριακές εφημερίδες δημοσίευαν τα σχέδια του πραξικοπήματος. Η κρίσιμη απόφαση ελήφθη όμως στις 2 Ιουλίου, κατά τη διάρκεια σύσκεψης στο Πεντάγωνο με τη συμμετοχή του Ιωαννίδη, του «Προέδρου» της Δημοκρατίας στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη, του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγού Γρηγόρη Μπονάνου κ.ά. Την ίδια πάντως ημέρα της σύσκεψης των στρατηγών η πρεσβεία των Αθηνών έστελνε ένα τηλεγράφημα με το οποίο διαβεβαίωνε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι το μήνυμα δόθηκε στον Ιωαννίδη να μην προχωρήσει στο πραξικόπημα.

Ενα από τα άλυτα μυστήρια της σκοτεινής αυτής υπόθεσης είναι το κατά πόσον ο δικτάτορας γνώριζε ήδη ότι την επομένη, 3 Ιουλίου, θα λάμβανε επιστολή του Μακαρίου η οποία απαιτούσε απομάκρυνση της Εθνοφρουράς από την Κύπρο.

Ενα δεύτερο, άλυτο, μυστήριο είναι το τι συνέβη στη διάρκεια ενός πάρτι της αμερικανικής πρεσβείας στις 3 Ιουλίου. Στενός συνεργάτης του Ιωαννίδη πλησίασε έναν πράκτορα της CIA και του είπε ότι «ο Μίμης άλλαξε γνώμη. Δεν θα τον φάει τον μπάσταρδο τελικά». Ο άνθρωπος που έδωσε την πληροφορία αυτή χαρακτηρίσθηκε στη σχετική έκθεση «μη δοκιμασμένη πηγή της υπηρεσίας (untested source)». Παρ' όλα αυτά η πληροφορία στάλθηκε στην Ουάσιγκτον και αποτέλεσε τη βάση μιας νέας έκθεσης με ημερομηνία 14 Ιουλίου, η οποία υποστήριζε ότι ο Ιωαννίδης δεν θα προχωρούσε τελικά στο πραξικόπημα. Η εκτίμηση αυτή ενισχύθηκε εξάλλου από το γεγονός ότι ο Μακάριος δέχθηκε στις 12 Ιουλίου τον νέο αμερικανό πρέσβη στη Λευκωσία Ρότζερ Ντέιβις, ο οποίος του ανέφερε τις πληροφορίες περί πραξικοπήματος. Ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι δεν τις θεωρεί σοβαρές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ελέγχει την κατάσταση.


Τα «κανάλια» των Αμερικανών, τα ΛΟΚ και η ΚΥΠ

Η CIA είχε δύο κανάλια επαφών με το καθεστώς του Ιωαννίδη. Ενα ήταν το επίσημο μέσω του αρχηγού και υπαρχηγού της ΚΥΠ, τους αξιωματικούς Λ. Σταθόπουλο και Δ. Δουζίνα. Ο σταθμάρχης Χολτζ μαζί με τον Εστες είχαν τακτικές επαφές με την ηγεσία της ΚΥΠ, αν και συχνά παραπονούνταν γιατί ο Σταθόπουλος (σε αντίθεση με τον υπαρχηγό του) επέμενε να μιλάει αγγλικά, χωρίς όμως να ξέρει να τα χειρίζεται καλά, με αστεία μερικές φορές αποτελέσματα.

Το δεύτερο, και πιο ουσιαστικό, κανάλι περνούσε μέσα από την παραδοσιακή σχέση των ΛΟΚ, των ελλήνων καταδρομέων, με τη CIA. Από τη δεκαετία του 1950 η αμερικανική υπηρεσία είχε αναλάβει τον εξοπλισμό των ΛΟΚ και τον συντονισμό της εκπαίδευσής τους σε συνεργασία με τις αμερικανικές Special Forces (Ειδικές Δυνάμεις). Βασικός στόχος της συνεργασίας CIA και ΛΟΚ ήταν η περίφημη επιχείρηση «Stay Behind», η οποία προέβλεπε ότι σε περίπτωση εισβολής του ανατολικού μπλοκ ή κομ*****στικού πραξικοπήματος στην Ελλάδα θα δημιουργείτο αντάρτικο στα βουνά με τη χρήση επικοινωνιακού εξοπλισμού, όπλων και χρημάτων που είχαν κρυφτεί εκ των προτέρων.

Αρχηγός των ΛΟΚ ήταν ο στενός προσωπικός φίλος του Ιωαννίδη ταξίαρχος Γιαννακάς. Από την πλευρά της CIA την επαφή με τα ΛΟΚ διατηρούσε ένας ακόμη ελληνοαμερικανός πράκτορας, ο Γ. Αβρακώτος.

Ο Γ. Αβρακώτος επισκεπτόταν μία φορά την εβδομάδα τουλάχιστον τον Γιαννακά στο γραφείο του στο Πεντάγωνο. Αν ήθελε να περάσει κάποιο μήνυμα στον Ιωαννίδη ή ο δικτάτορας ήθελε να μιλήσει μαζί του, κατέβαινε στο γραφείο του αρχηγού των ΛΟΚ για να συζητήσουν. Οταν επρόκειτο για κάποια σοβαρή υπόθεση, ανέβαινε στο Πεντάγωνο και ο υποσταθμάρχης Εστες.

Η CIA διατηρούσε τέλος επαφές και με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, αν και καλύτερη πρόσβαση στους ανώτατους αξιωματικούς είχε ο στρατιωτικός ακόλουθος Εβ Μάρντερ.


Η εκτέλεση του σχεδίου

Το σχέδιο του Ιωαννίδη εκτελέσθηκε τελικά στις 8 το πρωί της 15ης Ιουλίου με την επίθεση στο Προεδρικό Μέγαρο. Ο κ. Μπόγιατ θυμάται ακόμη ότι τον ξύπνησαν από το κέντρο κρίσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ γύρω στις δύο το πρωί (ώρα Αμερικής) και του ζήτησαν να έλθει να αναλάβει τον συντονισμό ομάδας εργασίας.

Πάνω στο γραφείο του θυμάται ότι βρήκε δύο εκθέσεις της CIA: ένα υπερεπείγον τηλεγράφημα που ανακοίνωνε την εκδήλωση πραξικοπήματος· και μία απόρρητη έκθεση (National Intelligence Bulletin) που έγραφε: «Ο Ιωαννίδης υιοθετεί μια μετριοπαθή γραμμή ενώ προσπαθεί να κερδίσει χρόνο στη διένεξή του με τον Μακάριο». Ο κ. Μπόγιατ αναρωτιέται ακόμη και σήμερα αν «ο Ιωαννίδης χρησιμοποίησε απλώς τη CIA για να ξεγελάσει την αμερικανική κυβέρνηση ή αν στην εξαπάτησή της συμμετείχε κάποιος ή κάποιοι μέσα από τη CIA».

Στις 12 το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ο δρ Κίσινγκερ δέχθηκε τον κύπριο πρέσβη Ν. Δημητρίου στο γραφείο του. Ο κύπριος διπλωμάτης σοκαρίσθηκε από το γεγονός ότι, αν και ο Μακάριος εθεωρείτο νεκρός, ο κ. Κίσινγκερ δεν τον συλλυπήθηκε ούτε και έδειξε ιδιαίτερη λύπη για ό,τι είχε συμβεί.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Ρόμπερτ Αντερσον απέφυγε επιμελώς να καταδικάσει το πραξικόπημα και κάλεσε απλώς την Ελλάδα, την Τουρκία και τη νέα κυβέρνηση της Κύπρου να μη διαταράξουν το στάτους κβο στο νησί. Την επομένη ο Αντερσον ισχυρίσθηκε ότι «η κατάσταση στην Κύπρο είναι ρευστή και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα αναγνώρισης της νέας κυβέρνησης».

Πολλοί αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπως ο κ. Μπόγιατ και ο υπεύθυνος του ελληνικού desk κ. Τζον Ντέϊ, επέμεναν ότι η Ουάσιγκτον έπρεπε να καταδικάσει το πραξικόπημα και τον νέο «πρόεδρο» Νίκο Σαμψών ώστε να δώσει ένα μήνυμα στην Αγκυρα και στην Αθήνα. Ο κ. Κίσινγκερ απέρριψε την πρόταση. Ο κ. Μπόγιατ χαρακτηρίζει την απόφασή του «μέγιστο λάθος. Πίστεψε, με τον γνωστό μετερνίχειο τρόπο σκέψης του, ότι χωρίς τον Μακάριο οι δύο τοπικές δυνάμεις, η Ελλάδα και η Τουρκία, θα έλυναν μεταξύ τους μια για πάντα το Κυπριακό».

Πράγματι αυτό συνέβη τις ημέρες που ακολούθησαν το πραξικόπημα, με τη διαφορά ότι η Αγκυρα επέβαλε τη δική της λύση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: